ἐπωτίδες

ἐπωτίδες, αἱ, ([etym.] οὖς)
A beams projecting like ears on each side of a ship's bows, whence the anchors were let down, cat-heads, used also as an armament, E.IT1350, Th.7.34,36, Str.3.1.4, D.S.17.115 : later in sg., App.BC5.107.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπωτίδες — beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίδα — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίδας — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίδι — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίδων — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίς — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίσι — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωτίσιν — ἐπωτίδες beams projecting like ears on each side of a ship s bows fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Trirreme — El trirreme (en griego τριήρης/triếrês en singular, τριήρεις en plural) era una nave de guerra inventada probablemente en el siglo VII a. C., desarrollada a partir del pentecóntero. Más corto que su predecesor, era un barco con una vela …   Wikipedia Español

  • βενζινάκατος — Ταχύ σκάφος μικρού εκτοπίσματος, εφοδιασμένο με έναν ή δύο κινητήρες εσωτερικής καύσης. Τα κριτήρια και τα υλικά για την κατασκευή των β. είναι όμοια με αυτά που εφαρμόζονται για άλλα πλωτά μέσα μικρών διαστάσεων. Το μεγαλύτερο μέρος του σκάφους… …   Dictionary of Greek

  • επωτίδα — η (AM ἐπωτίς) πληθ. επωτίδες δοκοί που προεξέχουν στις δύο πλευρές τής πρώρας πλοίου για να κρεμιέται η άγκυρα νεοελλ. 1. προεκβολή ξύλου ή σίδερου στο τοίχωμα πλοίου, όπου στερεώνουν ή κρεμούν αντικείμενα αρχ. μσν. 1. λαβή ποτηριού 2. εξάρτημα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.